σίμωση

η / σίμωσις, -ώσεως, ΝΑ [σιμῶ]
1. το να είναι η μύτη σιμή, πλακουτσωτή
2. (γενικά) η προς τα επάνω κλίση ενός πράγματος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σίμωση — η κύρτωση προς τα πάνω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σιμώση — σίμωσις snubness fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.